Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Σαρανταπεντε Γιάννηδες ενός κοκκόρου γνώση

Παρακολούθησα χτες όπως πολλοί/ες την συνέντευξη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Παπαχελά στον ΣΚΑΙ. Διάβασα διάφορες κριτικές από παιδαριώδεις, μέχρι μετρημένες, από επικριτικότατες έως αποθεωτικές. Καταρχήν είναι θετικό ότι πυροδότησε πολιτική συζήτηση επί συγκεκριμένων θεμάτων. Κατά δεύτερον δημοσιογραφικά πέτυχε να ρίξει το μπαλάκι σε αυτούς που πλήττονται ή ενοχλούνται -ας το πούμε έτσι χάριν τύπων- από την τοποθέτηση του στο τιμόνι της αξιωματικής αντιπολίτευσης: την κυβέρνηση, τη λαϊκή δεξιά και τους κεντροαριστερούς ή για να το θέσω ωμά, τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, τους Καραμανλικούς και τα ΠΑΣΟΚ-ΠΟΤΑΜΙ. Οι φιλελεύθεροι είναι από μόνοι τους ειδική κατηγορία πια και η εμμονή της κριτικής τους μόνον στα περί κράτους, καταντά εμμονική, όταν δεν περιλαμβάνει μάλιστα και άλλες παραμέτρους μια ενδεχόμενης κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής από τον κ. Μητσοτάκη.

Πιο αναλυτικά:

1) Όσον αφορά την γλώσσα του σώματος ο κ. Μητσοτάκης ήταν ήρεμος, διόλου αμήχανος, καθόλου ενοχλημένος ακόμα και σε ερωτήσεις που έχει απαντήσει πολλάκις, όπως πχ τα περί οικογενειοκρατίας, ή δύσκολες, όπως γιατί να τον εμπιστευτούν οι εταίροι εφόσον συνολικά έχει απαξιωθεί η αξιοπιστία του ελληνικού πολιτικού προσωπικού στο εξωτερικό. Δεν κατέφυγε σε πολλές χειρονομίες και ούτε χαμογελούσε διαρκώς σαν ξερόλας –δες Τσιπρα, Καμμενο ή ακόμα και Λεβέντη αντιστοίχως-, ως τάχα η συζήτηση να αφορούσε βόλτα στην εξοχή. Αυτό του προσέδιδε σοβαρότητα και επίγνωση της κρισιμότητας των στιγμών, αν όχι του ρόλου του.

2) Επί της ουσίας ο κ. Μητσοτάκης δεν άνοιξε τα χαρτιά του σε συγκεκριμένα ζητήματα (πχ. Ασφαλιστικό) ή την κοστολόγησή τους, καθώς ήταν ηλίου φαεινότερο ότι διαφορετικά θα "έκαιγε" την επικείμενη ομιλία του στην ΔΕΘ. Και ορθώς έπραξε. Δημιούργησε προσδοκίες ακόμα και στους πιο υποψιασμένους να τον ακούσουν σε λίγες μέρες, προκάλεσε το ενδιαφέρον ακόμα και σε αυτούς που είχαν ξεγράψει την οποιαδήποτε εκδοχή αλλαγής της οικονομικής πολιτικής. Δεν μίλησε, όμως, γενικά κι αόριστα θα μου επιτρέψετε. Έθεσε πλαίσια και έδωσε μια ιδέα για το πώς εκλαμβάνει τόσο την φορολογία (π.χ. η μείωση ΕΝΦΙΑ κατά 30% στα επόμενα δυο χρόνια), όσο και το κοινωνικό κράτος (π.χ. το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα κατόπιν κοστολόγησης) ή την δομή του Δημοσίου (π.χ. καθεστώς δόκιμου δημοσίου υπαλλήλου, χαρακτηριστική δε η δήλωση του: "εγώ δεν θέλω απλά ένα μικρό κράτος, αλλά κυρίως ένα λειτουργικό/βιώσιμο κράτος".).

3) Ο κ. Μητσοτάκης δεν επέλεξε την πόλωση ή την μετωπική σύγκρουση με διάφορες ομάδες της ΝΔ. Κι αυτό ούτε τυχαία, ούτε από φόβο όπως διάβασα από διαφόρους. Σκοπίμως και εντέχνως καθότι γνωρίζει και το κατέστησε απολύτως σαφές ότι ηγείτο ενός κόμματος εξουσίας -όχι διαμαρτυρίας- που πολύ πιθανόν να αναλάβει σύντομα τα ηνία της κυβέρνησης ή να αποτελέσει τον βασικό κορμό ενός ενδεχόμενου μελλοντικού κυβερνητικού συνασπισμού. Ο καλύτερος τρόπος να κατατροπώσεις τον εσωκομματικό σου αντίπαλο ή διαφωνούντα -πείτε το όπως θέλετε- ως γνωστόν είναι να τον αναγνωρίζεις μεν,-να μην τον έχεις στο περιθώριο, ώστε να μην τσιρίζει ή σου δημιουργεί πρόβλημα-, να του επισημαίνεις δε ότι ο ηγέτης καθορίζει την πολιτική γραμμή. Και ως προς αυτό ο κ. Μητσοτάκης ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός, αν όχι ξεκάθαρος: «Έχουμε μία πολύ καλή προσωπική σχέση με τους πρώην πρωθυπουργούς. Σέβομαι απόλυτα την άποψή τους. Την καταθέτουν πάντα σε εμένα κατ' ιδίαν και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Από εκεί και πέρα εγώ είμαι πρόεδρος και εγώ αναλαμβάνω τις ευθύνες των αποφάσεων».

Στη μάχη των μαχών για πρώτο κόμμα στο ελληνικό κοινοβούλιο, κανείς δεν περισσεύει. Κι αυτό φαίνεται πως το γνωρίζει πολύ καλά ο κ. Μητσοτάκης, σε αντίθεση με τους ηγέτες της κεντροαριστεράς ή των φιλελεύθερων που αντί να συνασπιστούν, επικεντρώνονται στις διαφορές και όχι στα κοινά σημεία τους. Όπου, όμως, λαλούν πολλοί κοκκόροι, δεν ξυπνάει το χωριό, φίλτατοι. Οπότε το να ασκείται κριτική στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης επειδή προτιμά στην παρούσα φάση να συσπειρώσει το κόμμα του, αντί της ιδεολογικής καθαρότητας που διάβασα, όχι μόνο είναι οξύμωρο εκ των πραγμάτων από αυτούς που το υποστηρίζουν όταν οι ίδιοι δεν μπορούν να καταλήξουν σε ένα πολύ μικρότερο πολιτικό σχήμα, αλλά υποδηλώνει και ένα είδος παλιμπαιδισμού της πολιτικής. Περισσότερο ντόρο έκαναν σήμερα οι κεντροαριστεροί για τον κ. Μητσοτάκη, παρά οι Καραμανλικοί ή οι Τζιτζικώστες άλλωστε. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Σκεφτείτε το.

4) Ο κ. Μητσοτάκης μίλησε πολλές φορές χτες επί της ουσίας για επαναπολιτικοποίηση της πολιτικής. Αναφέρθηκε εντόνως στην αντίθεση του στον λαϊκισμό, εξέφρασε την αναγκαιότητα ανάληψης ευθυνών από όλους, επισήμανε ότι η χώρα χρειάζεται "σοβαρότητα και κανονικότητα", ενώ τόνισε ότι η πολιτική πρέπει να γίνει ελκυστική και πάλι στους νέους ("Δεν θέλω μια πολιτική κλειστό κλαμπ. Πρέπει να πείσουμε τους νέους ανθρώπους να συμμετάσχουν"). Σημειωτέον ότι υπερθεμάτισε τα περί νέου κοινωνικού συμβολαίου με τους πολίτες για την υλοποίηση ενός οδικού χάρτη εξόδου από την κρίση, ενώ έθεσε στον πυρήνα του ελληνικού προβλήματος και ορθότατα την ανεργία.

Ακούω πολλούς που μιλούν δεξιά κι αριστερά για ανάπτυξη, σταθερό φορολογικό σύστημα, εργαζόμενους που υποπληρώνονται, συνταξιούχους που έχουν φτάσει στα όρια τους και φοβούνται να αναφερθούν στις πιο τραγικές περσόνες του νεοελληνικού δράματος: τους ανέργους. Που δεν είναι λίγοι πια, αλλά 1 στους 3. Το ότι ο κ. Μητσοτάκης χτες αποσαφήνισε ότι το πρόβλημα μας δεν είναι η ΕΛΣΤΑΤ αλλά το υψηλό ποσοστό ανεργίας μαζί με το υψηλό ποσοστό συνταξιούχων, έναντι εργαζόμενων, είναι θετικό, κι όχι αρνητικό όπως το εξέλαβαν πολλοί στα κοινωνικά δίκτυα. 

Είναι ακριβώς αυτό που απασχολεί μια τυπική ελληνική οικογένεια, η οποία δεν έχει ιδέα ποιος ήταν ο Γεωργίου, τι δουλειά έκανε και πως όλο αυτό καταλήγει σε φιάσκο νομικά και πολιτικά. Δεν ήταν υπεκφυγή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά συνειδητή επιλογή και ιεράρχηση γεγονότων. Και αλίμονο μας εάν ένας υποψήφιος πρωθυπουργός θεωρούσε ότι η ΕΛΣΤΑΤ είναι το άπαξ στην ελληνική κρίση. Τότε θα ήταν που θα έπρεπε να ανησυχούμε. Και υποψιν ζούμε σε ένα κράτος να υπενθυμίσω προς φίλους του μεταρρυθμιστικού κέντρου που ο νυν Πρωθυπουργός της χώρας δεν αντιλαμβάνεται τα κοινωνικά και οικονομικά μεγέθη του προβλήματος, αλλά επιμένει στις εντυπώσεις ή τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα τύπου ΕΛΣΤΑΤ. Εάν ανάμεσα σε αυτόν και τον κ. Μητσοτάκη προτιμάτε τον πρώτο που σήκωσε το θέμα της ΕΛΣΤΑΤ, ε τότε συγγνώμη, αλλά μάλλον σας διαφεύγει η πραγματικότητα.

Ο καθένας μας έχει διαφορετικό ρόλο. Ο κ. Μητσοτάκης δεν είναι ένας σχολιαστής των κοινωνικών δικτύων, αλλά εν δυνάμει πρωθυπουργός. Κι αν αυτό θεωρείτε ότι δεν επιβάλει διαφορετική ιεράρχηση, ε τότε καλυτέρα να μείνετε στις διοργανώσεις ημερίδων, γιατί στην διαμόρφωση πολιτικής μάλλον είστε μετεξεταστέοι.

5) Το «cogito ergo sum» μόνο στην Ελλάδα μεταφράζεται «τσαλαβουτώ άρα υπάρχω». Βλέποντας και κάνοντας πάντα. Χωρίς πυξίδα ή σχέδιο. Οι περισσότεροι πολιτικοί επί μνημονίων, μοιρολογίστρες που τάχα τους τα επέβαλλαν οι κακοί ξένοι. Ο κ. Μητσοτάκης χτες διαφοροποιήθηκε έντονα από αυτή την ομάδα πολιτικών: που δεν ήξεραν, δεν διάβασαν, δεν αντιληφθήκαν, σοκαρίστηκαν και μετά βέβαια στεναχωρέθηκαν μωρέ κι αυτοί εξίσου με μας όπως ακούσαμε πρόσφατα άλλωστε από τους κκ. Σπίρτζη και Ξυδακη. "Εγώ δεν θα κάνω τις μεταρρυθμίσεις λόγω μνημονιακων υποχρεώσεων, αλλά γιατί τις πιστεύω", "Δεν θα είμαι όμηρος πολιτευτών διοικητών νοσοκομείων, ούτε επιθυμώ να είμαι ισορροπιστής ομάδων και υποομάδων, θα παίξω τα ρέστα μου για τις μεταρρυθμίσεις", είπε. Μεγάλα λόγια και μένει να δούμε...το καλάθι. Θα είναι μικρό; Κοντός ψαλμός αλληλούια. Στη ΔΕΘ θα είναι το πρώτο κρίσιμο τεστ. Κι εκεί ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει πολλά περιθώρια. Όχι μόνον λογω της οικονομικής στενότητας της ελληνικής Πολιτείας και των νομικών της δεσμεύσεων προς τους εταίρους, αλλά κυρίως γιατί ανέβασε ψηλά τον πήχη και πρέπει να τον διατηρήσει, όχι να περάσει από κάτω.

6) Ο κ. Μητσοτάκης δεν απέφυγε την στροφή της ΝΔ προς το μεταρρυθμιστικό κέντρο. Ίσα-ίσα που για πρώτη φορά μίλησε ανοιχτά προς συγκεκριμένα πολιτικά κομμάτια του κεντρώου χώρου: "η ΝΔ είναι μια κεντροδεξιά παράταξη που απευθύνεται όμως ΚΑΙ σε κεντρώους, κεντροαριστερούς, φιλελεύθερους". Ενώ για τον κ. Λεβέντη δεν άφησε και πολλά περιθώρια καθώς ανέφερε "ο ΠΘ έκανε το χατίρι στον Λεβέντη για μη σπάσιμο των μεγάλων εκλογικών περιφερειών. Τραγικό λάθος". Το ερώτημα είναι η πρόσκληση αυτή απευθύνεται αποκλειστικά στους ψηφοφόρους/πολίτες ή και σε κομματικά σχήματα και τους φορείς τους; Αυτό είναι που θα είχε ενδιαφέρον να αποσαφηνιστεί κάποια στιγμή.


Εν κατακλείδι, ο κ. Μητσοτάκης ήταν εξαιρετικός σε σχέση με τον Τσίπρα -δεν είναι δα και τόσο δύσκολο θα μου πείτε αυτό, αλλά μην υποτιμούμε πόσο έχουμε συνηθίσει τελευταία σε ρουκέτες ανοησίας και πολιτικού σουρεαλισμού, το χτεσινό ήταν μια ευχάριστη έκπληξη-, πολύ καλός για το κόμμα του, ανησυχητικά καλός, αν όχι υπεράνω των εν δυνάμει κυβερνητικών εταίρων του, προς το παρόν. Αυτό είναι το ένα τρίτο της εικόνας σε μια πολύ συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Δεν έχουμε ακούσει κανέναν στη ΔΕΘ, δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει στο συνέδριο του Συριζα, δεν ξέρουμε τι μέλει γενέσθαι  με την μινι αξιολόγηση, δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας συγκεκριμένες οικονομικές προτάσεις με την κοστολόγηση τους από την αξιωματική κι ελάσσονα αντιπολίτευση. Δεδομένων των συνθηκών ο κ. Μητσοτάκης τα πήγε πρίμα. Η σκάφη, σκάφη και τα σύκα, σύκα. Κι αν αυτό ενοχλεί, είναι γιατί οι υπόλοιποι παίκτες στο πολιτικό σκηνικό είτε τα 'χουν χαμένα και επιδίδονται σε κοκορομαχίες, είτε ξεμείνανε από φύκια για μεταξωτές κορδέλες. 

Εξαρτάται δηλαδή από ποια οπτική γωνιά επιλεγεί να αναλύσει κανείς τη χτεσινή συνέντευξη. Το ρεζουμέ όμως είναι καταλυτικό: η ΝΔ έχει ηγέτη που διεκδικεί αποφασιστικά να γίνει πρωθυπουργός. Οι υπόλοιποι; Και δεν είναι ρητορικό το ερώτημα. Αλλά ουσιαστικό κι επιτακτικό. Ίδωμεν, λοιπόν, αλλά με πλήρη επίγνωση των πραγματικότητας και ιδίως της μεγάλης εικόνας.