Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Συνάνθρωποι;



Με 39 πυρετό, πάω στη λαϊκή της Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια (για όσους γνωρίζουν μακράν η πιο εκλεπτυσμένη και η πιο πλούσια της Αθήνας), βρίσκω κάτι υπέροχα σέσκουλα, μπαζά, λάπατα, καυκαλήθρες, μυρώνια και πιτερά και βουρ στο φαρμακείο για αντιβίωση.

"Α, αυτό ειναι γενόσημο", μου λέει με περίλυπο ύφος η φαρμακοποιός.
"Ναι, το ξέρω και δεν υπάρχει απολυτως κανενα πρόβλημα".
"Ναι, αλλά ξέρετε [...]" και ξεκινάει ένα ντελίριουμ υπερ συγκεκριμένου πασίγνωστου φαρμάκου.
Την διακοπτω ευγενικά και της λέω ότι οι γονείς μου ειναι γιατροί, δεν επιθυμώ περεταιρω ενημέρωση για να πάρω ως απάντηση: "Ε, τοτε αλλάζει το πράγμα".
"Δεν αλλάζει", της απαντώ, "εσείς πρέπει να αλλάξετε. Να αντιληφθείτε ότι είστε φαρμακοποιός κι όχι υπάλληλος συγκεκριμένων φαρμακευτικών εταιρειών".
"Δεν με καταλάβατε", μου απαντά, "δεν είπα ότι όλα τα γενόσημα είναι κακά, αλλά μην προωθούμε και μόνο αυτά των Εβραίων".
Εξυπακούεται ότι δεν συνέχισα την κουβέντα. Δεν είχα πλέον τις αντοχές να αντιπαρατεθώ στην βλακεία, τον λαϊκισμό και την ακατάσχετη συνομωσιολογία που συνήθως χρησιμοποιείται για να καλύψει τη λαμογιά ως γνωστόν.

Πληρώνω, της εύχομαι καλή μέρα με χαμόγελο και καθοδόν για το σπίτι, όταν πετυχαίνω την κυρά Μαρίκα -80 φευγα γειτόνισσα-.
"Τι έχεις κοριτσούδι μου, χλωμή σε θωρώ", μου λέει.
"Ε, έχω λιγο πυρετό, τίποτε το σοβαρό, κρύωσα".
"Περαστικά κούκλα μου. Πάω στον φούρνο και μετά στην λαϊκή. Έχω φιάξει τυρόπιτα με φυλλο που άνοιξα, θα περάσω αργότερα να σου φέρω. Και θαρρώ ότι έχω και τσάι του βουνού και ωραίο θυμαρίσιο μέλι για να κάνεις ζεστά για το λαιμό σου. Τα λέμε αργότερα Φροσί μου, έτσι;".
"Εντάξει, κυρά Μαρίκα. Ότι πείτε. Με σκλαβώνετε όμως, δεν ειναι ανάγκη, δεν ειναι απαραίτητο".
"Πιπέρι θα σου βάλω στην γλωσσα. Μην το ξαναπείς αυτό. Γείτονες είμαστε. Συνάνθρωποι. Αλοίμονο.", και φεύγει.

Έχουν περάσει 3 ώρες και ακόμα σκέφτομαι αυτό το "συνάνθρωποι" της κυρά Μαρίκας, που έχει βγάλει μόνο το δημοτικό, που είναι πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, που δίνει μαθήματα αξιοπρέπειας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και μετά... σκέφτομαι και την φαρμακοποιό, κοντά στα 50, που έχει σπουδάσει, που διαθέτει περισσότερες εμπειρίες -υποτίθεται- και γνώσεις -αναμφίβολα- από την γριά γειτόνισσα μου.

Δυο διαφορετικές προσωπικότητες. Δυο διαφορετικές Ελλάδες. Η μια της προσφοράς και της αλληλεγγύης, η άλλη της αρπαχτής, της λαμογιάς, της κοροϊδίας. Έτσι ειναι παντού και σε άλλες χωρες, όχι μόνον εδώ, ξέρω. Απλά σ' αυτη τη χώρα τα ποσοστά των τελευταίων είναι επικίνδυνα αυξημένα και μάλιστα σε νευραλγικους τομείς όπως η Υγεία και η Παιδεία.


Το πρόβλημα δεν ειναι μονον οι διάφοροι ταγοί, αν υπάρχουν, γιατί κι αυτό πλεον είναι υπό συζήτηση, αλλά ότι η αντίληψη του "Ο,τι φάμε, ο,τι πιούμε κι ο,τι αρπάξει ο κώλος μας" είναι ευρέως διαδεδομένη, έχει διαποτίσει τον κοινωνικό ιστό μέχρι το μεδούλι του. Δεν ξέρω αν αρκεί πια ένα καινουργιο πολιτικό/κοινωνικό πρόταγμα, ένα νεο παραγωγικό μοντέλο, ένα σαφές και δίκαιο φορολογικό σύστημα. Αυτά, ίσως, είναι τα εύκολα, θα μου επιτρέψετε. Τα υπόλοιπα; Πώς τα μαζεύεις; Πώς τα αλλάζεις; Πώς τα εξαλείφεις; 

Θέλει πολύ δουλειά, αρκετή υπομονή κι επιμονή και κυρίως πίστη ότι πρέπει και μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Αρκετοί νέοι τη διαθέτουν κι ας έχουν φάει όλο το στραπάτσο της κρίσης στην μάπα, για να μην πω τίποτε χειρότερο. Οι μεσήλικες πάλι, είτε απίστευτα απαισιόδοξοι, είτε απίθανα μοιρολάτρες στην πλειοψηφία τους, δυστυχώς. Θα έχουμε και είναι απολύτως λογικό, αν δεν έχουμε ήδη, έντονη συγκρουση των διαφόρων γενεών. Ήδη κάνει θραύση στη Νεαπόλη Εξαρχείων κοντά στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής το γνωστό "σύνθημα" που όλοι έρχονται να φωτογραφίσουν: "Μάνα, δεν θέλω καριέρα και λεφτά/ τον κόσμο που μου άφησες, τον έκανες σκατά". Το γνωστό και ευρέως διαδεδομένο "για την φουκαριάρα τη μάνα μου" αποτελεί πλέον παρελθόν, όπως αντιλαμβάνεστε. Και αυτό θα πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις, αν όχι έντονο προβληματισμό. Δεν νομίζετε;